Βιοψία μαστού: Πότε χρειάζεται και τι δείχνουν τα αποτελέσματα

Η φράση «χρειάζεται να κάνουμε βιοψία» μπορεί εύκολα να προκαλέσει ανησυχία. Συχνά, μάλιστα, η πρώτη σκέψη είναι ότι ένα εύρημα που χρειάζεται βιοψία είναι απαραίτητα κακοήθες. Στην πραγματικότητα, η σύσταση για βιοψία δεν αποτελεί διάγνωση καρκίνου του μαστού. Είναι ένα διαγνωστικό βήμα που επιτρέπει να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η φύση ενός ευρήματος.

Η μαστογραφία, το υπερηχογράφημα και η κλινική εξέταση μπορούν να δώσουν στον γιατρό σημαντικές πληροφορίες. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις στις οποίες η απεικόνιση δεν αρκεί και χρειάζεται να εξεταστούν κύτταρα ή ιστός από τη συγκεκριμένη περιοχή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος της βιοψίας.

Ένα εύρημα στον μαστό δεν οδηγεί πάντα σε βιοψία

Ένα ογκίδιο ή ένα απεικονιστικό εύρημα στον μαστό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα χρειαστεί βιοψία. Ορισμένα ευρήματα έχουν χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στον γιατρό να συστήσει παρακολούθηση, ενώ άλλα χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέστε πότε γίνεται βιοψία μαστού. Η απάντηση είναι όταν η κλινική και απεικονιστική αξιολόγηση αναδείξει ένα εύρημα του οποίου η φύση πρέπει να αποσαφηνιστεί εξετάζοντας κύτταρα ή ιστό. Αυτό μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, ένα μόρφωμα ή ορισμένες αλλοιώσεις που εντοπίζονται στη μαστογραφία.

Η απόφαση δεν βασίζεται σε ένα μεμονωμένο στοιχείο. Ο γιατρός συνεκτιμά την κλινική εξέταση, τα απεικονιστικά χαρακτηριστικά και το ιστορικό της γυναίκας και αποφασίζει εάν χρειάζεται λήψη δείγματος.

Γιατί οι απεικονιστικές εξετάσεις μερικές φορές δεν αρκούν;

Η μαστογραφία και το υπερηχογράφημα δείχνουν πώς φαίνεται μια περιοχή του μαστού. Η βιοψία επιτρέπει να διερευνηθεί από τι αποτελείται.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι εξετάσεις αυτές δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Όταν χρειάζεται βιοψία, λαμβάνεται υλικό από την περιοχή ενδιαφέροντος και αποστέλλεται για μικροσκοπική εξέταση.

Ανάλογα με το εύρημα, μπορεί να επιλεγεί διαφορετική μέθοδος λήψης. Με τη βιοψία διά λεπτής βελόνας (FNA) λαμβάνονται κύτταρα για κυτταρολογική εξέταση, ενώ με τη βιοψία με κόπτουσα βελόνα (core biopsy) λαμβάνονται δείγματα ιστού για ιστολογική εξέταση.

Υπάρχουν, επίσης, ευρήματα που απαιτούν διαφορετική προσέγγιση. Για παράδειγμα, μικροαποτιτανώσεις που είναι ορατές στη μαστογραφία αλλά δεν εντοπίζονται με την ψηλάφηση ή το υπερηχογράφημα μπορούν να διερευνηθούν με στερεοτακτική βιοψία. Όταν, λόγω της θέσης ή των χαρακτηριστικών της βλάβης, δεν είναι εφικτή η διαδερμική βιοψία, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική βιοψία. Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου γίνεται, επομένως, εξατομικευμένα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ευρήματος.

«Θα πονέσω;» – Τι να περιμένετε από τη διαδικασία

Το «είναι επώδυνη η βιοψία μαστού;» είναι εύλογα μία από τις πρώτες ερωτήσεις πριν από την εξέταση. Η εμπειρία μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη μέθοδο που έχει επιλεγεί και την ίδια την ασθενή.

Στις βιοψίες με βελόνα χρησιμοποιείται τοπική αναισθησία για τον περιορισμό της ενόχλησης κατά τη λήψη του δείγματος. Μετά την εξέταση είναι δυνατόν να παρουσιαστούν παροδικά ευαισθησία, μικρό αιμάτωμα ή ενόχληση στην περιοχή.

Πριν από τη διαδικασία, η ενημέρωση από τον γιατρό είναι σημαντική. Η γυναίκα γνωρίζει ποια τεχνική θα χρησιμοποιηθεί, γιατί επιλέχθηκε και ποιες οδηγίες χρειάζεται να ακολουθήσει στη συνέχεια.

Από τη λήψη του δείγματος στην απάντηση

Μετά τη λήψη, το υλικό εξετάζεται στο εργαστήριο και τα αποτελέσματα από τη βιοψία μαστού δίνουν την πληροφορία που δεν μπορούσε να προκύψει με βεβαιότητα μόνο από την απεικόνιση.

Το αποτέλεσμα μπορεί να δείξει ότι πρόκειται για καλοήθη αλλοίωση, οπότε ο γιατρός αποφασίζει εάν και με ποιον τρόπο χρειάζεται να παρακολουθείται. Εάν διαπιστωθεί κακοήθεια, η ιστολογική εξέταση παρέχει πληροφορίες απαραίτητες για τη διάγνωση και τον σχεδιασμό της περαιτέρω αντιμετώπισης.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμάστε ότι ένα αποτέλεσμα δεν ερμηνεύεται ανεξάρτητα από τις εξετάσεις που προηγήθηκαν. Ο γιατρός εξετάζει εάν το αποτέλεσμα της βιοψίας συμφωνεί με την κλινική και απεικονιστική εικόνα. Εάν το δείγμα δεν είναι επαρκές ή τα ευρήματα δεν συμφωνούν μεταξύ τους, μπορεί να απαιτηθεί περαιτέρω διερεύνηση.

Τι σημαίνει πρακτικά ένα καλοήθες αποτέλεσμα;

Η μεγαλύτερη ανακούφιση μετά από μια βιοψία είναι η ενημέρωση ότι το εύρημα είναι καλοήθες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλες οι καλοήθεις αλλοιώσεις αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν απαιτείται κάποια θεραπεία και συστήνεται απλώς παρακολούθηση. Σε άλλες, τα χαρακτηριστικά της βλάβης, τυχόν συμπτώματα ή η συνολική εικόνα μπορεί να οδηγήσουν τον γιατρό σε διαφορετική σύσταση.

Γι’ αυτό και η ολοκλήρωση της βιοψίας δεν είναι το τελευταίο βήμα της διαδικασίας. Το ουσιαστικό επόμενο βήμα είναι η συζήτηση του αποτελέσματος με τον θεράποντα ιατρό, ώστε η γυναίκα να γνωρίζει τι ακριβώς έδειξε η εξέταση και εάν χρειάζεται παρακολούθηση ή περαιτέρω αντιμετώπιση.

Η βιοψία ως μέρος μιας ολοκληρωμένης διερεύνησης του μαστού

Η βιοψία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά ως ένα από τα διαθέσιμα εργαλεία για την ασφαλή διερεύνηση ενός ευρήματος. Δεν χρειάζεται κάθε εύρημα βιοψία και κάθε βιοψία δεν οδηγεί σε διάγνωση κακοήθειας. Στόχος είναι να υπάρχει η απαραίτητη πληροφορία ώστε η επόμενη απόφαση να βασίζεται σε όσο το δυνατόν σαφέστερα δεδομένα.

Εάν έχει εντοπιστεί κάποιο εύρημα στον μαστό ή σας έχει συστηθεί βιοψία και χρειάζεστε εξειδικευμένη αξιολόγηση, μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Δρ. Ιωάννη Φλέσσα, Χειρουργό Μαστολόγο, για να συζητήσετε τα ευρήματα των εξετάσεών σας και τα επόμενα βήματα.